Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Για το “Πρόσφορο Χώμα” | γράφει ο Κωνσταντίνος Βορβής


Ο Γιώργος Σαράτσης ανήκει στους ανθρώπους που διαβλέπουν την παρακμιακή τροχιά του σύγχρονου κόσμου, και έχουν το θάρρος αλλά και την ειλικρίνεια να την καταγγείλουν μέσα από την τέχνη τους.

Η πρώτη του ποιητική συλλογή, με τίτλο Πρόσφορο Χώμα, συνιστά μία κραυγή διαμαρτυρίας που αναδεικνύει και καυτηριάζει τις εκφυλισμένες πτυχές του πολιτισμού μας, ενός πολιτισμού σε βαθιά κρίση. Μόνος του μέσα σε έναν κόσμο γκρεμισμένο, αναζητά απελπισμένα το φως. Έναν άνθρωπο να μοιραστεί τις σκέψεις του, όσα αισθάνεται, όσα βλέπει. Αυτά που τον τυραννούν.

Όμως το μήνυμά του δεν βρίσκει απόκριση – η ερείπωση των ψυχών κυριαρχεί παντού. Με απόγνωση συνειδητοποιεί την αλήθεια αυτής της μοναξιάς: Τόσα πράγματα εν αχρηστία, Θεέ μου / κι ούτε ένας άνθρωπος να πεις / μια καλημέρα. Και όταν ο διάλογος προκύπτει, ένα αίσθημα ματαιότητας, έλλειψης νοήματος, υπερκαλύπτει την χαρά της επικοινωνίας: Δεν έχω πολλά να πω / αρκετά μεγάλος πια να καταλάβω / το άδοξο / ορισμένων συναντήσεων.

Ο ποιητής αισθάνεται αλλού οικειότητα, μακριά από τους ανθρώπους: Σκέφτομαι την ομορφιά των κοιμητηρίων / τη φθορά των μαρμάρων / τη μυρωδιά σβησμένου καντηλιού / από δριμύ άνεμο. Είναι το δέντρο που δεν κατόρθωσε ν’ ανθίσει / οι φωνές των πουλιών που σώπασαν.

Σε αυτή την ανεπανόρθωτη φθορά, στον θάνατο ενσαρκώνεται η αληθινή ποίηση, που ισοδυναμεί με το να πεθαίνεις και να πεθαίνουν όλοι. Οι ποιητές είναι άνθρωποι εύθραυστοι, ευάλωτοι, τρωτοί. Και άνθρωπος τρωτός / θα πει / να μπορείς να ξεφυλλίσεις / ουρανούς / χωρίς χέρια / ή να πίνεις ποτάμια / με χείλη τσακισμένα / από τις καταχρήσεις / των λέξεων.

Η γραφή δεν παύει βέβαια να αποτελεί ευθύνη φορτική, όμως ο συγγραφέας είναι ευγνώμων που υφίσταται η λυτρωτική αυτή διέξοδος της ποιητικής, και γενικότερα δημιουργικής, έκφρασης: Σ’ ευχαριστώ, Θεέ μου / που στέλνεις κάθε τόσο λίγη ποίηση. Άλλωστε, η τέχνη είναι ίσως το μοναδικό καταφύγιο που έχει απομείνει σε έναν κόσμο ισοπεδωτικό και τυποποιημένο, όπου κυριαρχεί η πλήξη και η πνευματική στειρότητα, η τυραννία της ρουτίνας. 

Γράφει σχετικώς ο Σαράτσης, απευθυνόμενος στην συντριπτική πλειοψηφία των ανθρώπων της εποχής μας: Κάποτε δεν αντέχεται η καθημερινότητα / Τα λόγια σας τακτοποιημένα / καθώς οι ζωές σας. Το ανυπόφορο στέκει αθόρυβα στον ψυχικό του κόσμο, και ο ποιητής αδημονεί να έρθει επιτέλους / το άγνωστο, φοβούμενος ωστόσο πως νομοτελειακά κάποτε όλα αθόρυβα θα καταλήξουν στην πλήξη. Επιπλέον, εξομολογείται πως υπήρξε συνεπής με τη φθορά, σαν γνήσιος δημιουργός, σε μια πραγματικότητα όπου προστατεύουμε / ό,τι είναι καταδικασμένο / να χαθεί.

Οι προβλέψεις του ποιητή για την πορεία του κόσμου είναι απαισιόδοξες (διάβασε: ρεαλιστικές!), θυμίζοντας αποσπάσματα από τις προφητείες του Εκκλησιαστή, ή, σε μία πιο μοντέρνα οπτική, τις φιλοσοφικές θεωρήσεις του Όσβαλντ Σπένγκλερ για τον πολιτισμό: Ό,τι μείνει όρθιο / θα έρθει κάποτε η στιγμή να γκρεμιστεί· και αλλού: Θα πνιγούμε κάποτε / όπως πνίγουν τ αγριόχορτα / τα ερειπωμένα σπίτια.

Η κοσμοθέασή του γίνεται σταδιακά όλο και πιο ξεκάθαρη: Αγαπώ τόσο τη ζωή / που τη συνήθισα / και τη μισώ, Όσες πέτρες και να σηκώσω / μία αρκεί να μου διαλύσει το κεφάλι. Ο ποιητής, που ταυτίζεται με όσα [τ]ου στέρησαν και εξαρχής υπήρξε έτοιμος για δάκρυ / και αναχώρηση, μας καλεί να θρηνήσουμε για την αγάπη / που δεν έγινε έρωτας / για το σώμα / που παρέμεινε κορμί / για τη λάμψη στα μάτια / όσων έφυγαν / χωρίς να πουν / μια λέξη.

Ξεχωρίζω επίσης τους στίχους Τίποτα για τον άνθρωπο / δεν έχει να πει ο θάνατος / Αφήνει πίσω του κενό / όμοιο μ αυτόν που κληρονόμησε.

Στο ποιητικό του ταξίδι ο Γιώργος Σαράτσης αποπειράται να ανακαλύψει ξανά την κρυφή, ξεχασμένη στον καιρό μας αλήθεια της ζωής, την βαθύτερη ουσία της ύπαρξης σε μια εποχή αλλοτρίωσης, αποξένωσης και την γνήσια φύση του ανθρώπου, στον κόσμο των μηχανών και των μεγαλουπόλεων. 

Φλέγομαι απ τον ίδιο ήλιο που θα δει το τέλος μου διακηρύσσει με παρρησία, αναδεικνύοντας το αυτοκαταστροφικό πνεύμα που πάντοτε χαρακτηρίζει την απόπειρα ανεύρεσης του πραγματικού εαυτού, ειδικά μέσω της δημιουργίας, που είναι μία φύσει οριακή, ακραία πράξη. 

Κλείνω με τους τελευταίους του στίχους, χωρίς κανένα περιττό σχόλιο: Αν ποτέ λυτρωθώ / θα ’ ναι για να σας φτύσω κατάμουτρα / Ένας Θεός ξέρει πόσο σκοτάδι κόστισε η ζωή σας.

* δημοσιεύθηκε 
στο λογοτεχνικό περιοδικό Οδός Πανός,
τχ 205, Απρίλιος-Ιούνιος 2025, σελ. 101-102